Μετάφραση του "datek" σε Ελληνικά

Οι αγαθοεργία, βοήθεια, συνεισφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "datek" σε Ελληνικά.

datek Noun noun masculine γραμματική

pewna kwota przeznaczana na cele publiczne lub dobroczynne [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαθοεργία

    noun feminine
  • βοήθεια

    noun feminine

    Wszystkie te dalsze potrzeby zaspokaja się dzięki dobrowolnym datkom ludu Jehowy.

    Όλες αυτές οι επιπρόσθετες ανάγκες καλύπτονται με τη βοήθεια των προαιρετικών συνεισφορών του λαού του Ιεχωβά.

  • συνεισφορά

    noun feminine

    Ale dostanę połowę jego datków na następną kampanię.

    Αλλά θα πάρω τα μισά της επόμενης συνεισφοράς του Ντίρινγκ στην καμπάνια σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " datek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "datek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη