Μετάφραση του "datowanie" σε Ελληνικά
Το χρονολόγηση είναι η μετάφραση του "datowanie" σε Ελληνικά.
datowanie
noun
γραμματική
technika określania wieku [..]
-
χρονολόγηση
nountechnika określania wieku
Tak jak Medinie, gdy odkrył niezgodności w datowaniu węglowym.
Το ίδιο και ο Μεντίνα όταν ανακάλυψε τη διαφορά στη χρονολόγηση άνθρακα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " datowanie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "datowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ραδιοχρονολόγηση Άνθρακα 14
-
Απόλυτη χρονολόγηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη