Μετάφραση του "datowanie" σε Ελληνικά

Το χρονολόγηση είναι η μετάφραση του "datowanie" σε Ελληνικά.

datowanie noun γραμματική

technika określania wieku [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρονολόγηση

    noun

    technika określania wieku

    Tak jak Medinie, gdy odkrył niezgodności w datowaniu węglowym.

    Το ίδιο και ο Μεντίνα όταν ανακάλυψε τη διαφορά στη χρονολόγηση άνθρακα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " datowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "datowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "datowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη