Μετάφραση του "dawanie" σε Ελληνικά

Οι ξυλοδαρμός, ξυλοκόπημα, ξυλοφόρτωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dawanie" σε Ελληνικά.

dawanie Noun noun neuter γραμματική

rzecz. odczas. rzeczownik odczasownikowy od: dawać (nazwa czynności) [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυλοδαρμός

    noun
  • ξυλοκόπημα

    noun
  • ξυλοφόρτωμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dawanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dawanie"

Φράσεις παρόμοιες με "dawanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dawanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη