Μετάφραση του "dawka" σε Ελληνικά
Οι δόση, δοσολογία, ποσότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dawka" σε Ελληνικά.
med. chem. pewna ilość substancji chemicznej lub promieniowania przekazywana do organizmu; [..]
-
δόση
noun femininepewna ilość, miarka czegoś, zwłaszcza porcja leku określona wagowo lub objętościowo do jednorazowego użytku
Prawdę mówiąc to właśnie potrójna dawka tej ambrozji pozwoliła mi w końcu zasnąć i rozwiązać zagadkę.
Στην πραγματικότητα, ήταν μια τριπλή δόση που μου επέτρεψε να κοιμηθώ επιτέλους και να λύσω την υπόθεση.
-
δοσολογία
Chciałam powiedzieć, że mój długopis nie działa i potrzebuję nowego, żeby zapisać dawkę.
Ήθελα να πω ότι το στυλό μου δεν γράφει, και χρειάζομαι ένα καινούριο να γράψω την δοσολογία.
-
ποσότητα
noun femininepewna ilość, miarka czegoś, zwłaszcza porcja leku określona wagowo lub objętościowo do jednorazowego użytku
Spożycie tej kokainy, nawet w małych dawkach może spowodować infekcję i możliwą śmierć.
Κατάποση αυτής της κοκαΐνης, ακόμα και σε ελάχιστη ποσότητα μπορεί να προκαλέσει μόλυνση ακόμα και θάνατο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dawka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dawka"
Φράσεις παρόμοιες με "dawka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σχέση δόσης-ανταπόκρισης
-
Μέση θανατηφόρος δόση
-
Θανατηφόρα δόση
-
ισοδύναμη δόση
-
δόση ακτινοβολίας
-
ημερήσια επιτρεπόμενη δόση