Μετάφραση του "detonacja" σε Ελληνικά

Το έκρηξη είναι η μετάφραση του "detonacja" σε Ελληνικά.

detonacja Noun noun feminine γραμματική

eksplozja materiału wybuchowego połączona z hukiem; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκρηξη

    noun feminine

    Aby dokonać detonacji wymagana jest aktywacja komendy głosem.

    Για να γινει η τελική έκρηξη, το σύστημα απαιτεί φωνητική εντολή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " detonacja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "detonacja"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "detonacja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη