Μετάφραση του "determinizm" σε Ελληνικά

Οι αιτιοκρατία, Αιτιοκρατία, Μοιρολατρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "determinizm" σε Ελληνικά.

determinizm noun masculine γραμματική

filoz. teoria zakładająca, że wszystko ma swój ciąg przyczynowo-skutkowy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτιοκρατία

    noun feminine
  • Αιτιοκρατία

    Φιλοσοφική τάση

  • Μοιρολατρία

    noun

    Przeciw determinizmowi: obszary pozamiejskie mają przyszłość

    Όχι στη μοιρολατρία: οι μη αστικές περιοχές έχουν μέλλον

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " determinizm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "determinizm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "determinizm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη