Μετάφραση του "dewizy" σε Ελληνικά

Το συνάλλαγμα είναι η μετάφραση του "dewizy" σε Ελληνικά.

dewizy Noun noun γραμματική

ekon. zagraniczne środki płatnicze [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάλλαγμα

    noun

    Po pierwsze, duża część rodzin otrzymuje dewizy od członków przebywających na emigracji.

    Αφενός, υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό οικογενειών που λαμβάνει συνάλλαγμα από ένα εκπατρισμένο μέλος της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dewizy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dewizy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απόφθεγμα · διαφημιστικό σύνθημα · ρητό
  • ρητό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dewizy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη