Μετάφραση του "dezaprobata" σε Ελληνικά

Οι αποδοκιμασία, απαρέσκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dezaprobata" σε Ελληνικά.

dezaprobata Noun noun feminine γραμματική

negatywny stosunek do czegoś, negatywna ocena

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδοκιμασία

    noun feminine

    Nie ma ona wtedy wyrażać późniejszej dezaprobaty dla zachowania wnioskodawcy.

    Στην περίπτωση αυτή, η κύρωση δεν αποσκοπεί στην εκ των υστέρων αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του αιτούντος.

  • απαρέσκεια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dezaprobata " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dezaprobata" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη