Μετάφραση του "dezodorant" σε Ελληνικά

Το αποσμητικό είναι η μετάφραση του "dezodorant" σε Ελληνικά.

dezodorant noun masculine γραμματική

hig. produkt kosmetyczny pomagający zwalczać nieprzyjemny zapach ciała i jego potu; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποσμητικό

    noun neuter

    Wzięcie prysznica to coś więcej niż spsikanie koszuli dezodorantem.

    Αλ, μπάνιο δεν σημαίνει να ψεκάζεις το πουκάμισο με αποσμητικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dezodorant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dezodorant"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dezodorant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη