Μετάφραση του "dorobek" σε Ελληνικά
Οι απόκτηση, περιουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dorobek" σε Ελληνικά.
dorobek
Noun
noun
masculine
γραμματική
to, czego ktoś się dorobił [..]
-
απόκτηση
noun -
περιουσία
nounWolałbym nie wydać całego dorobku na zapłacenie pani.
Θα προτιμούσα να μην ξοδέψω την περιουσία μου πληρώνοντας εσένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dorobek " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Dorobek
noun
masculine
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Dorobek" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Dorobek στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "dorobek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινοτικό κεκτημένο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη