Μετάφραση του "dorobkiewicz" σε Ελληνικά

Το νεόπλουτος είναι η μετάφραση του "dorobkiewicz" σε Ελληνικά.

dorobkiewicz Noun noun masculine γραμματική

pogard. osoba bogata lub o wysokiej pozycji społecznej osiągniętej z wykorzystaniem sprzyjających okoliczności [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεόπλουτος

    Adjective masculine

    Ten dorobkiewicz Warleggan dawno nie zaglądał.

    Αυτό ο νεόπλουτος ο Γουορλέγκαν δεν σας έχει προσκαλέσει τελευταία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dorobkiewicz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dorobkiewicz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη