Μετάφραση του "dromon" σε Ελληνικά

Το δρόμων είναι η μετάφραση του "dromon" σε Ελληνικά.

dromon noun masculine

bizantyjski wojenny okręt wiosłowy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμων

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dromon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dromon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη