Μετάφραση του "drogowy" σε Ελληνικά
Το οδικός είναι η μετάφραση του "drogowy" σε Ελληνικά.
drogowy
adjective
masculine
γραμματική
dotyczący drogi
-
οδικός
adjectiveOd tego miejsca aż do śladu po cesarce, wyglądam jak mapa drogowa.
Με τις ουλές που έχω, είμαι σαν οδικός χάρτης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drogowy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "drogowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κώδικας οδικής κυκλοφορίας
-
οδική πινακίδα · πινακίδα · σήμα
-
γέφυρα δρόμου
-
οδική σήραγγα
-
οδικές ενδομεταφορές
-
θόρυβος κυκλοφορίας
-
κυκλοφορία οχημάτων μεταφοράς βαρέων φορτίων
-
οδικές μεταφορές · οδική(ές) μεταφορά(ές)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη