Μετάφραση του "drogowy" σε Ελληνικά

Το οδικός είναι η μετάφραση του "drogowy" σε Ελληνικά.

drogowy adjective masculine γραμματική

dotyczący drogi

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδικός

    adjective

    Od tego miejsca aż do śladu po cesarce, wyglądam jak mapa drogowa.

    Με τις ουλές που έχω, είμαι σαν οδικός χάρτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drogowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "drogowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drogowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη