Μετάφραση του "drukarka" σε Ελληνικά

Οι εκτυπωτής, Εκτυπωτής, εκτυπωτική μηχανή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drukarka" σε Ελληνικά.

drukarka noun feminine γραμματική

urządzenie służące do drukowania

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτυπωτής

    noun masculine

    urządzenie służące do drukowania

    Do tego drukarka za 2500, co daje łącznie 12 tysięcy.

    Και ο εκτυπωτής laser των $ 2,500 ανεβάζει το σύνολο στα $ 12,000.

  • Εκτυπωτής

    urządzenie drukujące

    Drukarka: produkt, którego podstawową funkcją jest wytwarzanie papierowego wydruku z danych elektronicznych.

    Εκτυπωτής: προϊόν κύρια λειτουργία του οποίου είναι η παραγωγή τυπωμένων αντιγράφων σε χαρτί από είσοδο ηλεκτρονικών στοιχείων.

  • εκτυπωτική μηχανή

    noun

    termokopiarki, w których elektrycznie podgrzewana głowica termiczna drukarki nanosi wymagane znaki na termoczuły papier za pomocą matrycy punktowej;

    οι συσκευές θερμικής εκτύπωσης, στις οποίες μία ηλεκτροθερμαινόμενη εκτυπωτική μηχανή αναπαράγει τους τυπογραφικούς χαρακτήρες σε θερμοευαίσθητο χαρτί μέσω μήτρας η οποία φέρει διατρήσεις σχήματος στιγμών·

  • τυπογράφος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drukarka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "drukarka"

Φράσεις παρόμοιες με "drukarka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drukarka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη