Μετάφραση του "Druk" σε Ελληνικά

Οι τυπογραφία, εμπριμέ, εντύπωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Druk" σε Ελληνικά.

Druk
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυπογραφία

    noun

    Druk przyniósł obfitość informacji zagrażając kontroli poprzez niedobór.

    Η τυπογραφία έφερε τέτοια αφθονία πληροφοριών, που απειλούσε τον ιδεολογικό έλεγχο που είχε ως βάση τη σπανιότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Druk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

druk noun masculine γραμματική

druk. proces drukowania [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπριμέ

    noun
  • εντύπωση

    noun feminine

Εικόνες με "Druk"

Φράσεις παρόμοιες με "Druk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Druk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη