Μετάφραση του "drukarz" σε Ελληνικά

Το τυπογράφος είναι η μετάφραση του "drukarz" σε Ελληνικά.

drukarz noun masculine γραμματική

człowiek wyspecjalizowany w zawodzie drukarskim, pracownik drukarni; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυπογράφος

    noun masculine

    Wysłałeś tekst do drukarza, który nawet nim nie był.

    Έστειλες τις σελίδες σε ένα τυπογράφο και δεν ήταν καν αληθινός τυπογράφος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drukarz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "drukarz"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drukarz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη