Μετάφραση του "drut" σε Ελληνικά

Οι σύρμα, βελόνα, βελόνα πλεξίματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drut" σε Ελληνικά.

drut noun masculine γραμματική

techn. długi, cienki i elastyczny element metalowy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύρμα

    noun neuter

    techn. długi, cienki i elastyczny element metalowy; [..]

    Drut kolczasty i zasieki z drutu kolczastego, ze stali lub drutu stalowego

    Αγκαθωτά σύρματα και πλέγματα από αγκαθωτά σύρματα, από σίδηρο ή χάλυβα

  • βελόνα

    noun feminine

    Za pomocą rozgrzanego druta wypala się im dziurę w pysku.

    Και χρησιμοποιούσαν μια κόκκινη σιδερένια βελόνα για να κάνουν μια τρύπα στο ρύγχος τους.

  • βελόνα πλεξίματος

    feminine

    Tak, i prawie zostałaś dziabnięta drutem do robótek ręcznych.

    Ναι, και κόντεψες να τρυπηθείς με μια βελόνα πλεξίματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γραμμή μεταφοράς
    • καλώδιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "drut"

Φράσεις παρόμοιες με "drut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη