Μετάφραση του "drwa" σε Ελληνικά

Το καυσόξυλα είναι η μετάφραση του "drwa" σε Ελληνικά.

drwa Noun noun γραμματική

porąbane kawałki drewna, np. na opał [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καυσόξυλα

    noun neuter

    Ojcze, mamy już drwa.

    Πατέρα, έχουμε τα καυσόξυλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drwa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "drwa"

Φράσεις παρόμοιες με "drwa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drwa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη