Μετάφραση του "drwal" σε Ελληνικά

Οι ξυλοκόπος, υλοτόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drwal" σε Ελληνικά.

drwal noun masculine γραμματική

człowiek pracujący w leśnictwie, który ścina drzewa; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυλοκόπος

    noun masculine

    Jak to się stało, że temu drwalowi tak się poszczęściło?

    Ποτέ δε θα μάθω πώς αυτός ο μεγάλος ξυλοκόπος κατάφερε να σταθεί τόσο τυχερός.

  • υλοτόμος

    masculine

    człowiek pracujący w leśnictwie, który ścina drzewa; [..]

    Pewnego dnia, biedny drwal i jego żona, znaleźli uwięzionego żurawia.

    Μια μέρα, ένας φτωχός υλοτόμος και η σύζυγός του βρήκαν έναν γερανό πιασμένο σε παγίδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drwal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Drwal Proper noun noun masculine γραμματική

zwala drzewa [..]

+ Προσθήκη

"Drwal" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Drwal στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "drwal"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drwal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη