Μετάφραση του "drzazga" σε Ελληνικά

Οι αγκάθι, αγκίδα, ακίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drzazga" σε Ελληνικά.

drzazga noun Noun feminine γραμματική

niewielki, ostry odłamek jakiegoś materiału (drewna, metalu, szkła itp.) [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγκάθι

    noun neuter

    niewielki, ostry odłamek jakiegoś materiału (drewna, metalu, szkła itp.)

    Prawdziwe życie to drzazga w palcu na izbie przyjęć.

    Η ζωή είναι ένα αγκάθι στο δάχτυλο της Απώλειας.

  • αγκίδα

    noun feminine

    niewielki, ostry odłamek jakiegoś materiału (drewna, metalu, szkła itp.)

    Ból, który odczuwałem jak kłucie drzazgi, wkrótce rozprzestrzenił się po całej głowie.

    Ο πόνος που ήταν σαν από αγκίδα, σύντομα εξαπλώθηκε σε όλο το κεφάλι μου.

  • ακίδα

    noun feminine

    Siedzieliśmy sobie i popijali piwo, wbiłem sobie drzazgę w palec.

    Βγήκαμε έξω, ήπιαμε μπύρες και μου μπήκε μια ακίδα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θραύσμα
    • βλήμα
    • σκλήθρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drzazga " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Drzazga Proper noun noun masculine γραμματική

ostry odłupek [..]

+ Προσθήκη

"Drzazga" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Drzazga στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drzazga" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη