Μετάφραση του "drzewce" σε Ελληνικά

Οι ιστός, κατάρτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drzewce" σε Ελληνικά.

drzewce Noun noun neuter γραμματική

drewniana część broni drzewcowej i obuchowej; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιστός

    noun
  • κατάρτι

    noun neuter

    Wyrzucę dolne drzewce, nim wait Cushman... skorzysta z mojego wiatru.

    Θα βγάλω το κάτω κατάρτι πριν αφήσω τον Κούσμαν... να με περάσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drzewce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drzewce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη