Μετάφραση του "dyplom" σε Ελληνικά
Οι δίπλωμα, τίτλος σπουδών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dyplom" σε Ελληνικά.
dyplom
noun
masculine
γραμματική
dokument stwierdzający czyjś tytuł naukowy bądź zawodowy [..]
-
δίπλωμα
noun neuterdokument stwierdzający czyjś tytuł naukowy bądź zawodowy
Poziom wykształcenia odpowiadający ukończonym studiom uniwersyteckim trwającym co najmniej trzy lata, potwierdzony dyplomem ukończenia studiów.
Επίπεδο εκπαίδευσης που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές, διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, πιστοποιούμενες με δίπλωμα.
-
τίτλος σπουδών
– uzyskał uznanie dyplomu włoskiego za równoważny stosownemu dyplomowi hiszpańskiemu;
– πέτυχε την αναγνώριση της ισοτιμίας του ιταλικού τίτλου σπουδών προς τον αντίστοιχο ισπανικό,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dyplom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dyplom"
Φράσεις παρόμοιες με "dyplom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναγνώριση διπλωμάτων
-
ισοτιμία τίτλων σπουδών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη