Μετάφραση του "erudycja" σε Ελληνικά

Οι πολυμάθεια, ευρυμάθεια, λογιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erudycja" σε Ελληνικά.

erudycja noun feminine γραμματική

rozległy zasób książkowej wiedzy; gruntowne wykształcenie

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυμάθεια

    noun feminine

    rozległy zasób wiadomości [..]

    Tris, powinnaś sama iść do Erudycji i zabić Jeanine.

    Τρις πιστεύω ότι πρέπει να πας στην Πολυμάθεια και να σκοτώσεις εσύ η ίδια την Τζανίν.

  • ευρυμάθεια

    noun feminine

    rozległy zasób książkowej wiedzy; gruntowne wykształcenie [..]

  • λογιότητα

    feminine
  • σοφία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erudycja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erudycja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη