Μετάφραση του "erupcja" σε Ελληνικά

Οι έκρηξη, έκρηξη ηφαιστείου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erupcja" σε Ελληνικά.

erupcja Noun noun feminine γραμματική

geol. wybuch wulkanu; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκρηξη

    noun feminine

    geol. wybuch wulkanu; [..]

    Ten cement to jedyna rzecz, która chroni nas przed erupcją.

    Αυτό το τσιμέντο είναι που βρίσκεται ανάμεσα σε μας και στην έκρηξη.

  • έκρηξη ηφαιστείου

    noun

    Jak erupcja wulkanu czy tsunami.

    Το ίδιο και μια έκρηξη ηφαιστείου ή ένα τσουνάμι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erupcja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "erupcja"

Φράσεις παρόμοιες με "erupcja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erupcja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη