Μετάφραση του "estymator" σε Ελληνικά
Οι εκτιμήτρια συνάρτηση, Εκτιμήτρια συνάρτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "estymator" σε Ελληνικά.
estymator
Noun
noun
masculine
γραμματική
funkcja służąca do szacowania nieznanego parametru badanej populacji [..]
-
εκτιμήτρια συνάρτηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " estymator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Estymator
-
Εκτιμήτρια συνάρτηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη