Μετάφραση του "etiopski" σε Ελληνικά
Το αιθιοπικός είναι η μετάφραση του "etiopski" σε Ελληνικά.
etiopski
adjective
noun
masculine
γραμματική
odnoszący się do Etiopii lub do Etiopczyków [..]
-
αιθιοπικός
adjectiveodnoszący się do Etiopii lub do Etiopczyków
Odbiorcą końcowym towarów było etiopskie wojsko.
Τελικός αποδέκτης των φαρμάκων ήταν ο αιθιοπικός στρατός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " etiopski " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "etiopski"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη