Μετάφραση του "falownik" σε Ελληνικά

Οι αναστροφέας, Αντιστροφέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "falownik" σε Ελληνικά.

falownik noun masculine

urządzenie do przetwarzania prądu stałego na prąd zmienny o dowolnej częstotliwości

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναστροφέας

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " falownik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Falownik
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αντιστροφέας

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "falownik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη