Μετάφραση του "falsyfikat" σε Ελληνικά

Το πλαστογράφηση είναι η μετάφραση του "falsyfikat" σε Ελληνικά.

falsyfikat Noun noun masculine γραμματική

podrobiony przedmiot albo dokument łudząco przypominający oryginał

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαστογράφηση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " falsyfikat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "falsyfikat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη