Μετάφραση του "gliceryna" σε Ελληνικά

Οι γλυκερίνη, Γλυκερίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gliceryna" σε Ελληνικά.

gliceryna noun feminine γραμματική

chem. organiczny związek chemiczny z grupy cukroli;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλυκερίνη

    noun feminine

    Substancja zawierająca kofeinę ma zwalczać celulit, a gliceryna pełni funkcję nawilżacza.

    Η ουσία περιέχει καφεΐνη, που βοηθάει τη δερμοπολυκυτταρίτιδα, και η γλυκερίνη δρα σα ενυδατικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gliceryna " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Gliceryna
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γλυκερίνη

    Η γλυκερίνη είναι μια τρισθενής αλκοόλη με συντακτικό τύπο: HOCH2-CHOH-CH2OH.

    Gliceryna, surowa; wody glicerowe oraz ługi glicerowe

    Γλυκερίνη έστω και καθαρή. Γλυκερινούχα νερά και αλισίβες

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gliceryna" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη