Μετάφραση του "glikemia" σε Ελληνικά

Οι γλυκαιμία, Γλυκαιμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "glikemia" σε Ελληνικά.

glikemia noun feminine
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλυκαιμία

    Zmniejsza glikemię poprzez zmniejszanie insulinooporności w komórkach tkanki tłuszczowej, mięśni szkieletowych i wątroby

    Μειώνει τη γλυκαιμία μειώνοντας την αντίσταση στην ινσουλίνη στο λιπώδη ιστό, στους σκελετικούς μύες και στο ήπαρ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " glikemia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Glikemia
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γλυκαιμία

    Zmniejsza glikemię poprzez zmniejszanie insulinooporności w komórkach tkanki tłuszczowej, mięśni szkieletowych i wątroby

    Μειώνει τη γλυκαιμία μειώνοντας την αντίσταση στην ινσουλίνη στο λιπώδη ιστό, στους σκελετικούς μύες και στο ήπαρ

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "glikemia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη