Μετάφραση του "gotowanie" σε Ελληνικά

Οι μαγείρεμα, μαγειρική, παρασκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gotowanie" σε Ελληνικά.

gotowanie noun neuter γραμματική

rzecz. rzeczownik odczas. odczasownikowy od → gotować [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγείρεμα

    noun

    Podczas gotowania jej ostrość w pełni się wydobywa, nie traci ona przy tym swojego charakterystycznego czerwonego odcienia.

    Η οξύτητά του αυξάνεται κατά το μαγείρεμα, χωρίς να χάνεται η χαρακτηριστική κόκκινη απόχρωσή του.

  • μαγειρική

    noun feminine

    Moje gotowanie zawsze jest lepsze na następny dzień.

    Η μαγειρική μου πάντα είναι καλύτερη την επόμενη μέρα.

  • παρασκευή

    noun

    Świeże owoce wykorzystuje się głównie do przygotowania gotowanych kasztanów jadalnych, pieczonych kasztanów jadalnych oraz konfitur.

    Ο νωπός καρπός χρησιμοποιείται πρωτίστως για βραστά και ψητά κάστανα και για την παρασκευή μαρμελάδων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gotowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gotowanie"

Φράσεις παρόμοιες με "gotowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βράζω · βράσει · μαγειρεύω · παρασκευάζω · σιγοβράζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gotowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη