Μετάφραση του "grawer" σε Ελληνικά

Το χαράκτης είναι η μετάφραση του "grawer" σε Ελληνικά.

grawer Noun noun masculine γραμματική

osoba zajmująca się grawerstwem, czyli wykonywaniem rysunków na materiałach twardych [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαράκτης

    osoba zajmująca się grawerstwem

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grawer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grawer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη