Μετάφραση του "grawimetr" σε Ελληνικά
Οι βαρυτόμετρο, βαρύμετρο, Βαρυτήμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grawimetr" σε Ελληνικά.
grawimetr
noun
masculine
przyrząd do pomiarów przyspieszenia ziemskiego
-
βαρυτόμετρο
noun -
βαρύμετρο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grawimetr " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Grawimetr
-
Βαρυτήμετρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη