Μετάφραση του "grenadier" σε Ελληνικά

Οι γρεναδιέρος, Γρεναδιέρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grenadier" σε Ελληνικά.

grenadier noun masculine γραμματική

hist. wojsk. żołnierz wyszkolony w rzucaniu granatów;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γρεναδιέρος

    Kiedyś był szwajcarskim grenadierem... i uczył walki wręcz elitę sił specjalnych.

    Παλιά ήταν Ελβετός Γρεναδιέρος, και... δίδασκε μάχη σώμα με σώμα για τις επίλεκτες ειδικές δυνάμεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grenadier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Grenadier
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γρεναδιέρος

    – – – – Grenadier błękitny (Macruronus novaezealandiae)

    – – – – Γρεναδιέρος της Νέας Ζηλανδίας (Macruronus novaezealandiae)

Εικόνες με "grenadier"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grenadier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη