Μετάφραση του "Grek" σε Ελληνικά

Οι Έλληνας, Ελληνίδα, Ἕλλην είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Grek" σε Ελληνικά.

Grek noun masculine γραμματική

człowiek narodowości greckiej, obywatel Grecji, mieszkaniec Grecji [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έλληνας

    noun masculine

    człowiek narodowości greckiej, obywatel Grecji, mieszkaniec Grecji

    Nie jestem ani ateńczykiem, ani Grekiem.

    Δεν είμαι ούτε Αθηναίος ούτε Έλληνας.

  • Ελληνίδα

    noun feminine

    Hypatia: znany Grek filozof i matematyk rozdarty na strzępy przez grupę wściełych ludzi.

    Απ'την Υπατία, μια φημισμένη Ελληνίδα φιλόσοφο και μαθηματικό που την έκαναν κομματάκια μια συμμορία θυμωμένων ανδρών.

  • Ἕλλην

    noun masculine

    człowiek narodowości greckiej, obywatel Grecji, mieszkaniec Grecji

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Grek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

grek noun masculine γραμματική

członek Kościoła greckiego [..]

+ Προσθήκη

"grek" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το grek στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Grek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ελληνικά · Ελληνική γλώσσα · αρχαία ελληνικά · ελληνικά · ελληνική
  • αρχαία ελληνικά
  • Ζορμπάς ο Έλληνας
  • κάνω την πάπια · κάνω τον Κινέζο · παριστάνω τον Κινέζο
  • Ελληνοκύπριοι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Grek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη