Μετάφραση του "haftowanie" σε Ελληνικά

Το κέντημα είναι η μετάφραση του "haftowanie" σε Ελληνικά.

haftowanie noun γραμματική

rzecz. rzeczownik odczas. odczasownikowy od → haftować [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέντημα

    Noun neuter

    Takich nici używa się w maszynach do podbijania i haftowania.

    Αυτά τα νήματα χρησιμοποιούνται για γαζώματα ή κεντήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " haftowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "haftowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "haftowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη