Μετάφραση του "hagiograf" σε Ελληνικά

Το αγιολόγος είναι η μετάφραση του "hagiograf" σε Ελληνικά.

hagiograf noun masculine

mężczyzna zajmujący się hagiografią, żywotami świętych i legendami o nich [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγιολόγος

    συγγραφέας βίων αγίων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hagiograf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hagiograf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη