Μετάφραση του "ichor" σε Ελληνικά
Το ιχώρ είναι η μετάφραση του "ichor" σε Ελληνικά.
ichor
noun
masculine
w mitologii greckiej: ciecz eteryczna płynąca w żyłach bogów zamiast krwi [..]
-
ιχώρ
nounWierzono jednak, że są one niezniszczalne, bo w żyłach bogów zamiast krwi płynie „ichor”.
Εφόσον στις φλέβες τους υποτίθεται ότι έρρεε «ιχώρ» και όχι αίμα, υπήρχε η πεποίθηση ότι τα σώματά τους ήταν άφθαρτα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ichor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη