Μετάφραση του "ichneumon" σε Ελληνικά

Οι ερπηστής, ερπηστής ιχνεύμων, ιχνεύμων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ichneumon" σε Ελληνικά.

ichneumon noun masculine

zool. zoologia [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερπηστής

    noun
  • ερπηστής ιχνεύμων

    noun
  • ιχνεύμων

    noun
  • μαγκούστα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ichneumon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ichneumon"

Φράσεις παρόμοιες με "ichneumon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ichneumon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη