Μετάφραση του "idiosynkrazja" σε Ελληνικά

Οι ιδιοσυγκρασία, ευαισθησία, νοοτροπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idiosynkrazja" σε Ελληνικά.

idiosynkrazja noun feminine

wstręt, niechęć do kogoś lub czegoś; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοσυγκρασία

    noun feminine
  • ευαισθησία

    noun feminine
  • νοοτροπία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idiosynkrazja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idiosynkrazja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη