Μετάφραση του "ilustracja" σε Ελληνικά

Οι εικονογράφηση, αναπαριστώ, απεικόνιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ilustracja" σε Ελληνικά.

ilustracja noun feminine γραμματική

reprodukcja fotografii, rysunku lub obrazu, będąca uzupełnieniem, wyjaśnieniem lub ozdobą drukowanego tekstu; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εικονογράφηση

    noun

    Przyklej klejem lub taśmą każdą ilustrację do papierowej torebki, tworząc kukiełki.

    Κολλήστε με κόλα ή με σελοτέιπ κάθε εικονογράφηση σε μια χαρτοσακούλα για να φτιάξετε μαριονέτες.

  • αναπαριστώ

    verb
  • απεικόνιση

    noun

    Schematyczna ilustracja włoka sortującego według gatunków i rozmiarów.

    Σχηματική απεικόνιση τράτας επιλεκτικής ως προς τα μεγέθη και τα είδη.

  • ιλουστρασιόν

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ilustracja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ilustracja"

Φράσεις παρόμοιες με "ilustracja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ilustracja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη