Μετάφραση του "ilustrator" σε Ελληνικά
Το εικονογράφος είναι η μετάφραση του "ilustrator" σε Ελληνικά.
ilustrator
Noun
noun
masculine
γραμματική
osoba tworząca ilustracje, osoba zajmująca się ilustrowaniem – opatrywaniem tekstów ilustracjami
-
εικονογράφος
εικονογράφος έντυπων και ηλεκτρονικών βιβλίων
To może być sposób w jaki ilustrator rysuje dłonie.
Ίσως είναι ο τρόπος που σχεδιάζει χέρια ο εικονογράφος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ilustrator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ilustrator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εικονογράφος βοτανικής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη