Μετάφραση του "jajeczko" σε Ελληνικά

Το ωάριο είναι η μετάφραση του "jajeczko" σε Ελληνικά.

jajeczko Noun noun neuter γραμματική

zdrobn. od: jajko [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωάριο

    noun neuter

    Słuchaj, moje ostatnie jajeczko może zjeżdżać w dół właśnie w tej chwili.

    Το τελευταίο μου ωάριο μπορεί να κατεβαίνει αυτή στιγμή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jajeczko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "jajeczko"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jajeczko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη