Μετάφραση του "jen" σε Ελληνικά

Το γιεν είναι η μετάφραση του "jen" σε Ελληνικά.

jen noun masculine γραμματική

jedn. monet. waluta Japonii; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γιεν

    Wszelkie płatności dokonywane przez japońską agencję wdrażającą dokonywane są w jenach.

    Όλες οι πληρωμές του ιαπωνικού εκτελεστικού οργανισμού γίνονται σε γιεν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "jen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη