Μετάφραση του "jeniec" σε Ελληνικά

Οι αιχμάλωτος, αιχμάλωτος πολέμου, δέσμιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jeniec" σε Ελληνικά.

jeniec noun masculine γραμματική

osoba wzięta do niewoli w czasie wojny; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμάλωτος

    noun masculine

    osoba wzięta do niewoli w czasie wojny;

    Nie był on jeńcem wojennym, ale zwykłym kryminaIistą!

    Δεν ήταν αιχμάλωτος πολέμου, αλλά ένα κοινός εγκληματίας!

  • αιχμάλωτος πολέμου

    noun masculine

    osoba wzięta do niewoli w czasie wojny;

    Nie był on jeńcem wojennym, ale zwykłym kryminaIistą!

    Δεν ήταν αιχμάλωτος πολέμου, αλλά ένα κοινός εγκληματίας!

  • δέσμιος

    noun masculine

    Było jeńcy wiatru, bezbronnych przed potężnym impetem burzy

    Ήμασταν δέσμιοι του ανέμου, αβοήθητοι στο έλεος της καταιγίδας

  • φυλακισμένος

    noun masculine

    Mając jednego jeńca można by uderzyć bezpośrednio w jego macierzysty świat.

    Ένας μόνο φυλακισμένος και θα είχε τη δύναμη να χτυπήσει στην καρδιά των αντιπάλων του...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jeniec " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Jeniec Proper noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Jeniec" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Jeniec στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "jeniec" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jeniec" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη