Μετάφραση του "keczup" σε Ελληνικά

Οι κέτσαπ, σάλτσα τομάτας, Κέτσαπ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "keczup" σε Ελληνικά.

keczup noun masculine γραμματική

kulin. spoż. sos z pomidorów z przyprawami, stosowany na zimno jako dodatek do potraw; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέτσαπ

    noun neuter

    sos z pomidorów z przyprawami, stosowany jako dodatek do potraw [..]

    To świadczy o keczupie, że nie może być żadnych pomyłek.

    Είναι μια απόδειξη για την κέτσαπ ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία σύγχυση.

  • σάλτσα τομάτας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keczup " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Keczup
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κέτσαπ

    To świadczy o keczupie, że nie może być żadnych pomyłek.

    Είναι μια απόδειξη για την κέτσαπ ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία σύγχυση.

Εικόνες με "keczup"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keczup" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη