Μετάφραση του "kefir" σε Ελληνικά
Οι κεφίρ, Κεφίρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kefir" σε Ελληνικά.
kefir
noun
masculine
γραμματική
spoż. napój otrzymywany ze sfermentowanego mleka pasteryzowanego; [..]
-
κεφίρ
noun masculineMaślanka, mleko zsiadłe i śmietana ukwaszona, jogurt, kefir
Βουτυρόγαλα, πηγμένο γάλα και πηγμένη κρέμα, γιαούρτι, κεφίρ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kefir " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Kefir
-
Κεφίρ
Słyszałaś kiedyś o kefirze?
Έχεις ακούσει ποτέ για το Κεφίρ;
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη