Μετάφραση του "kelner" σε Ελληνικά

Οι σερβιτόρος, μπάρμαν, αγόρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kelner" σε Ελληνικά.

kelner noun masculine γραμματική

osoba w restauracji przyjmująca zamówienie i przynosząca potrawy

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σερβιτόρος

    noun masculine

    osoba w restauracji przyjmująca zamówienie i przynosząca potrawy

    Wysoki napiwek zagwarantował, że kelner o nim nie zapomni.

    Tο μεγάλο φιλοδώρημα εγγύηση ότι ο σερβιτόρος θα θυμόταν να μας το πει.

  • μπάρμαν

    noun masculine

    osoba w restauracji przyjmująca zamówienie i przynosząca potrawy

    Dziesięć lat temu pracował jako kelner w barze'U Lloyda'.

    Διάολε, πριν 10 χρόνια δούλευε σαν μπάρμαν σε ένα μέρος που λεγόταν

  • αγόρι

    noun neuter

    Zapominasz gdzie jest twoje miejsce pomocniku kelnera.

    Ξεχνάς τη θέση σου, αγόρι λεωφορείο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γκαρσόνι
    • Σερβιτόρος
    • γκαρσόν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kelner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kelner"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kelner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη