Μετάφραση του "kelnerka" σε Ελληνικά

Οι σερβιτόρα, σερβιτόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kelnerka" σε Ελληνικά.

kelnerka noun feminine γραμματική

osoba płci żeńskiej przyjmująca w restauracji zamówienie i przynosząca potrawy

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σερβιτόρα

    noun feminine

    osoba płci żeńskiej przyjmująca w restauracji zamówienie i przynosząca potrawy

    Martwa kelnerka mogła być również częścią zespołu jeśli wszyscy wspólnie kradli.

    Η νεκρή σερβιτόρα μπορεί να ήταν επίσης μέλος της ομάδας, αν έκλεβαν όλοι μαζί.

  • σερβιτόρος

    noun masculine

    Została porwana gdy wracała do domu z letniej pracy kelnerki.

    Την απήγαγαν καθώς πήγαινε σπίτι... από την καλοκαιρινή της δουλειά, ως σερβιτόρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kelnerka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kelnerka"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kelnerka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη