Μετάφραση του "kiszonka" σε Ελληνικά
Το ενσίρωση είναι η μετάφραση του "kiszonka" σε Ελληνικά.
kiszonka
Noun
noun
feminine
γραμματική
rodzaj paszy dla bydła [..]
-
ενσίρωση
Grunt można wykorzystywać jako pastwisko lub kosić na kiszonki lub siano.
Η γη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για βόσκηση ή να θεριστεί για ενσίρωση ή χορτονομή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kiszonka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη